βάρβαρος

βάρβαρος, -ον
Grammatical information: subst. m. and adj.
Meaning: `foreign(er), non-Greek', also `uncivilised, raw' (Ion.-Att.; βαρβαρόφωνος (Il.).
Derivatives: 1. βαρβαρίζω `behave like a b.', `side with the b. = Persians' (Hdt.).2. βαρβαρόομαι `become a b.' (S.).
Origin: ONOM [onomatopoia, and other elementary formations]
Etymology: Onomatopoetic redupl. formation, identical with Skt. (postved.) barbara- `stammer', pl. of non-aryan peoples. Thus Sumer. barbar `foreigner', but Acc. barbaru means `wolf'. Hardly from Babyl.-Sumer. origin. From βάρβαρος Lat. barbarus. Originally refers to the language, s. Schwyzer 78. - Comparable formations in other I.-Eur. languages Pok. 91f., Mayrhofer EWAia 2, 217 balbalā-.
Page in Frisk: 1,219-220

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • βάρβαρος — barbarous masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βάρβαρος — Όνομα αγίων της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας. 1. Ο μάρτυς. Η μνήμη του τιμάται στις 6 Μαΐου. 2. Μαρτύρησε με αποκεφαλισμό, πιθανώς μαζί με τους Αλέξανδρο, Ακόλουθο και Μάξιμο. Η μνήμη του τιμάται στις 14 Μαΐου. 3. Ο όσιος ο μυροβλήτης. Κατά τον… …   Dictionary of Greek

  • βάρβαρος — [вар вар ос] εκ. варварский, дикий, жестокий …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • βάρβαρος — [варварос] ουσ. а. варвар …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • βάρβαρος — η, ο 1. απολίτιστος, απαίδευτος: Λέγεται πως η τεχνολογία μπορεί να κάνει τους ανθρώπους βάρβαρους. 2. σκληρός, βίαιος: Φέρεται στους εργαζόμενους με πολύ βάρβαρο τρόπο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Βάρβαρος άγιος — ο святой Варвар – святогорец, насельник Иверского монастыря, прославленный в лике святых. По преданию, он, будучи еще турком мусульманином, ударил мечом Иверскую икону Богородицы, и из нее потекла кровь (кровь осталась на щеке Богородицы и… …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • βαρβαρώτερον — βάρβαρος barbarous masc acc comp sg βάρβαρος barbarous neut nom/voc/acc comp sg βάρβαρος barbarous adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαρβαρωτάτων — βάρβαρος barbarous fem gen superl pl βάρβαρος barbarous masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαρβαρώτατα — βάρβαρος barbarous adverbial superl βάρβαρος barbarous neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαρβαρώτατον — βάρβαρος barbarous masc acc superl sg βάρβαρος barbarous neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαρβάρω — βάρβαρος barbarous masc/fem/neut nom/voc/acc dual βάρβαρος barbarous masc/fem/neut gen sg (doric aeolic) βαρβαρόομαι pres imperat act 2nd sg (doric aeolic) βαρβαρόομαι imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) βαρβαρόω make barbarous pres imperat act… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.